Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2013

ΧΑΜΗΛΟΜΙΣΘΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Χα­μη­λό­μι­σθος Χρι­στός
που πα­ρα­παίο­ντας α­νή­μπο­ρος
σέρ­νει σταυ­ρό
την α­ξιο­πρέ­πειά του.
Σω­τή­ρης Στα­μά­της

«Σε­βα­στέ μου Πα­τέ­ρα σε χαι­ρε­τώ. Πρώ­τον έρ­χο­μαι να ε­ρω­τή­σω δια την κα­λή σου υ­γεία και δεύ­τε­ρον εάν ε­ρω­τάς και δι’ ε­μέ υ­γιαί­νω πλή­ρως. Δεν ή­ταν σω­στό να μου στεί­λεις τα ρού­χα σου τα ο­ποία ε­σύ θα τα χρεια­σθείς πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ε­μέ­να. Διό­τι ε­γώ αν χρεια­σθώ κά­τι έ­χω του­λά­χι­στον κά­ποιον να με βο­η­θή­σει, ε­νώ ε­σύ δεν έ­χεις κα­νέ­ναν».

«Παι­δί μου γλυ­κύ­τα­το, Μή­τσο μου, Σε φι­λώ, η τε­θλιμ­μέ­νη μά­να σου Δη­μη­τρού­λα». «Πε­ρι­μέ­νω γράμ­μα, Η γυ­ναί­κα σου, Σε φι­λώ η α­δελ­φή σου, Σε φι­λώ με δά­κρυα στα μά­τια, Ο α­δελ­φός σου Τά­κης». «Μά­θε και για τη μη­τέ­ρα μας, τις 4 του μη­νός α­πε­βίω­σε, εί­τα­νε με­γά­λο κρί­μα που δεν εί­δε το γιο της για τε­λευ­ταία φο­ρά, που εί­χε δε­κα­πέ­ντε χρό­νια να σε δει. Η κη­δεία της ή­ταν με­γά­λη λύ­πη που της έλ­λει­παν τό­σα παι­διά». «Σε­βα­στέ μου Πα­τέ­ρα σε φι­λού­με. Εύ­χο­μαι το γράμ­μα μου να σε εύ­ρει πλή­ρη υ­γεία, κα­θώς και ε­μείς τώ­ρα εί­μα­στε κα­λά. Πα­τέ­ρα α­πό την Αθή­να φύ­γα­με την Πα­ρα­σκευή βρά­δυ και το Σάβ­βα­το το πρωί εί­μα­σταν στο σπί­τι μας κα­λά. Είρ­θα­με χα­ρού­με­νοι ευ­τυ­χι­σμέ­νοι και ι­διαί­τε­ρα ε­γώ, ύ­στε­ρα α­πό 17 ο­λό­κλη­ρα χρό­νια γνώ­ρι­σα τον Πα­τέ­ρα μου και ας τον γνώ­ρι­σα μέ­σα α­πό σί­δη­ρα αρ­κεί που πί­στε­ψα πως έ­χω Πα­τέ­ρα». «Βλέ­πω με χα­ρά μπα­μπά μου να βγαί­νουν διαρ­κώς α­πό τις φυ­λα­κές. παίρ­νω λί­γο θάρ­ρος μ’ αυ­τούς και κά­θε βρά­δυ στον ύ­πνο μου προ­σεύ­χο­μαι προς το Θεό να λυ­πη­θεί λί­γο κι ε­μάς και α­φού σε φέ­ρει κο­ντά μας να μας κά­νει λί­γο ευ­τυ­χι­σμέ­νους». «Μα δεν χόρ­τα­σαν οι άν­θρω­ποι με τό­σους που μας σκό­τω­σα­ν; Δεν βα­ρέ­θη­καν να σε κρα­τούν 16 χρό­νια στη φυ­λα­κή; Μα τι κα­κό κά­να­με ε­μείς στην κοι­νω­νία; Ό,τι πιο κα­λό εί­χα το έ­δω­σα γι’ αυ­τήν την κοι­νω­νία. Τα παι­διά μου, τα πά­ντα τη ζωή μου […] Ήλιε μου, θα σε πε­ρι­μέ­νω μή­πως βα­ρε­θούν οι άν­θρω­ποι και σε α­φή­σουν […] Τώ­ρα θα θέ­λεις και λε­πτά κι ας μη μου το γρά­φεις. Όμως δεν έ­χω. Σε φι­λώ η μα­νού­λα σου Αγγε­λι­κή Πα­πα­δά­του». «Έτε­ρο δεν έ­χω να σου γρά­ψω. Χαι­ρε­τι­σμούς α­πό τα παι­διά και α­πό τη μά­να μας, και Σω­κρά­ται­να με παι­διά της. Σου στέλ­νω και 4 γραμ­μα­τό­ση­μα. Γρά­ψε μας ε­σύ τι κά­νεις». «Αυ­τά και στα­μα­τώ, μπα­μπά, για­τί δεν έ­χω κου­ρά­γιο να γρά­ψω άλ­λα, Η κό­ρη σου Μα­ρί­κα».
Δεν εί­ναι ε­πι­στο­λές μελ­λο­ντι­κών κρα­του­μέ­νων, θύ­μα­τα της μι­σαλ­λό­δο­ξης στρα­τη­γι­κής του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ για την κα­τά­λη­ψη της ε­ξου­σίας, ό­πως συ­χνά πυ­κνά προ­φη­τεύουν οι α­στέ­ρες της δη­μο­σιο­γρα­φίας Αφοί Κα­ψή και ΣΙΑ. Εί­ναι 29 γράμ­μα­τα σε φυ­λα­κι­σμέ­νους με­τα­ξύ των πρό­σφα­των ε­τών 1959-1963 που πα­ρου­σιά­στη­καν α­πό τον ποιη­τή Τά­σο Λει­βα­δί­τη με γε­νι­κό τίτ­λο «Προ­σκυ­νού­μεν Σου τα Πά­θη…». (Επιθ. Τέ­χνης τχ. 105, Σε­πτέμ­βριος 1963, σελ. 265-284).
Η σύγ­χρο­νη πο­λι­τι­κή ι­στο­ρία που ε­ξα­κο­λου­θεί να γρά­φε­ται πα­ρα­χα­ρασσ­σό­με­νη α­πό τους ί­διους νι­κη­τές, και να δια­βά­ζε­ται στα κρυ­φά σχο­λειά της διαρ­κώς ητ­τη­μέ­νης α­ρι­στε­ράς. Χα­μέ­νης, α­κό­μα και μέ­σα στον α­νέλ­πι­στο θρίαμ­βό της, κα­θώς ε­ξα­κο­λου­θεί να ζει με τις α­γκυ­λώ­σεις, τις διαι­ρέ­σεις, τις εμ­μο­νές και τις φο­βίες της. Διαρ­κώς α­μυ­νό­με­νη και ο­πι­σθο­χω­ρού­σα. Πα­λιο­μο­δί­τισ­σα και πε­ρι­χα­ρα­κω­μέ­νη, α­κό­μα και στα α­πο­σπα­σμα­τι­κά κι α­προ­γραμ­μά­τι­στα «α­νοίγ­μα­τά» της. Αμή­χα­νη α­κό­μα κι ό­ταν ε­γκα­λεί­ται γι’ αλ­λό­τρια ε­γκλή­μα­τα.
Δε μπαί­νω στα χω­ρά­φια των δια­φη­μι­στών image makers αλ­λά ό­σοι εί­δα­νε το «Νο», του Πά­μπλο Λα­ρέν, την κα­μπά­νια των υ­πο­στη­ρι­κτών του «Όχι» στο δη­μο­ψή­φι­σμα του 1988 στη Χι­λή, που α­νέ­τρε­ψε τε­λι­κά τον δι­κτά­το­ρα Πι­νο­σέ­τ, θα κα­τά­λα­βαν πως κα­θε­στώ­τα και κυ­βερ­νή­σεις, ό­σο α­ντι­δη­μο­κρα­τι­κές κι αν εί­ναι πα­ρα­μέ­νουν στην ε­ξου­σία έ­στω και με λαϊκή α­νο­χή. Που θα με­τα­βλη­θεί σε έ­μπνευ­ση, πί­στη και στή­ρι­ξη των ι­δεών σου, μό­νο ό­ταν δια­φα­νεί η βά­σι­μη ε­ναλ­λα­κτι­κή πρό­τα­ση. Ένα ου­ρά­νιο ε­πα­να­στα­τι­κό τό­ξο γα­λή­νης και προο­πτι­κής. Όχι α­νά­θε­μα στο χτες και τα σα­βα­νω­μέ­να πτώ­μα­τα του σή­με­ρα. Δε­δο­μέ­να και αυ­το­νό­η­τα τα ε­γκλή­μα­τα της δε­ξιάς, η βία των ΜΑ­Τ, τα χη­μι­κά, η πο­λι­τεία του Δέν­δια, η α­γυρ­τεία του Κε­δί­κο­γλου, ο φα­σι­σμός των φα­σι­στών. Το α­ντί­θε­το θα ή­ταν έκ­πλη­ξη.
Με­γα­λώ­σα­με γνω­ρί­ζο­ντας πως τα ευυ­πό­λη­πτα στη­ρίγ­μα­τα της κοι­νω­νίας «στην κα­το­χή κυ­κλο­φο­ρού­σαν με γερ­μα­νι­κές στο­λές, μας σκό­τω­ναν με γερ­μα­νι­κά ό­πλα και τώ­ρα τρι­γυ­ρί­ζουν ε­λεύ­θε­ροι α­νά­με­σά μας, τους συ­να­ντά­με στα κα­φε­νεία, στα θέ­α­τρα, στην πο­λι­τι­κή, έ­τοι­μους να μας ξα­να­σκο­τώ­σουν μ’ ο­ποιασ­δή­πο­τε προ­ε­λεύ­σεως ό­πλα» (Τά­σος Λει­βα­δί­της). Ανά­λο­γα τα ζή­σα­με με­τά τη δι­κτα­το­ρία του 1967. Με ό­σους πλά­σα­ραν ε­αυ­τούς και αλ­λή­λους στα νέα τζά­κια της Αλλα­γής. («Α, ρε Λαυ­ρέ­ντη ε­γώ ξέ­ρω κα­λά τι κου­μά­σι εί­σαι», έ­λε­γε κά­που ο Ανα­γνω­στά­κης).
Όμως, το θέ­μα εί­ναι τώ­ρα τι λες; Για­τί α­κό­μα και στα Κρε­μα­τό­ρια οι άν­θρω­ποι ε­ρω­τεύο­νταν, ήλ­πι­ζαν στη ζωή, εύ­χο­νταν να γλι­τώ­σουν, έ­στω προ­σω­ρι­νά, πα­ρό­τι ξέ­ραν ό­τι οι φούρ­νοι δου­λεύουν α­κα­τά­παυ­στα, α­κό­μα και με το δι­πλα­νό τους.
Μό­νο ε­δώ υ­πάρ­χει τό­ση Κό­λα­ση γύ­ρω μας, τέ­τοιο διαρ­κές σφί­ξι­μο, τό­σος χει­μω­νιά­τι­κος πό­νος δί­χως κα­μιά προο­πτι­κή ό­πως δεί­χνουν τ’ α­πε­γνω­σμέ­να «δεν ξέ­ρω, δεν α­πα­ντώ», οι α­να­πο­φά­σι­στοι, τα χα­μη­λά των δη­μο­σκο­πή­σεων, τα χι­λιά­δες σκυμ­μέ­να κε­φά­λια ό­σων κου­ρά­στη­καν να τι­μω­ρού­νται, και συ­νή­θι­σαν να υ­πο­τάσ­σο­νται.
Σχε­δία­ζα πολ­λά να γρά­ψω ι­δίως με­τά την ε­πι­τυ­χή έκ­βα­ση της α­περ­γίας. («Πες μου τη ΓΣΕΕ σου να σου πω ποιος εί­σαι», η πα­ροι­μία. Και η α­ντί­στοι­χη βρι­σιά ευ­πρε­πούς α­πελ­πι­σμέ­νου: «Τη ΓΣΕΕ μου μέ­σα»).
Γε­νι­κά «ή­μα­σταν μια ω­ραία α­τμό­σφαι­ρα» που θα ’λε­γε κι ο Ηλιό­που­λος, ό­χι ο Σταύ­ρος, της Αρι­στε­ράς αλ­λά ο Ντί­νος, της κω­μω­δίας.
Όμως, τέ­λος χρό­νου.


Κώ­στας Κρεμ­μύ­δας

''EΠΟΧΗ''